αυτόχθονος

αυτόχθονος
αὐτόχθονος, -ον (AM) [χθων, -ονός]
μσν.
ο αυτόχθονας
αρχ.
φρ. «αὐτόχθονον πατρῷον ἔθρισε δόμον» — αφάνισε το πατρικό του μαζί με τη χώρα του.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐτόχθονος — country and all masc/fem nom sg αὐτόχθων sprung from the land itself gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθονον — αὐτόχθονος country and all masc/fem acc sg αὐτόχθονος country and all neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχθόνου — αὐτόχθονος country and all masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχθόνων — αὐτόχθονος country and all masc/fem/neut gen pl αὐτόχθων sprung from the land itself gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθονα — αὐτόχθονος country and all neut nom/voc/acc pl αὐτόχθων sprung from the land itself neut nom/voc/acc pl αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχθον' — αὐτόχθονα , αὐτόχθονος country and all neut nom/voc/acc pl αὐτόχθονε , αὐτόχθονος country and all masc/fem voc sg αὐτόχθονα , αὐτόχθων sprung from the land itself neut nom/voc/acc pl αὐτόχθονα , αὐτόχθων sprung from the land itself masc/fem acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Critias (Platon) — Pour les articles homonymes, voir Critias (homonymie). Critias ou Atlantique (en grec ancien Κριτίας ἢ Ἀτλαντικός / Kritiás ề Atlantikós) est un dialogue du philosophe grec Platon. Les personnages du dialogue sont Timée, Socrate, Hermocrate et… …   Wikipédia en Français

  • Critias (dialogue de Platon) — Critias (Platon) Pour les articles homonymes, voir Critias (homonymie). Dialogues de Pl …   Wikipédia en Français

  • γεννητός — γεννητός, ή, όν (AM) [γεννώ] αυτός που οφείλει την ύπαρξή του σε γέννηση και δεν πλάστηκε ως κτίσμα τής Δημιουργίας («θεὸν γεννητὸν κατὰ σάρκα», «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῑς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῡ Βαπτιστοῡ», ΚΔ) ή δεν υιοθετήθηκε («εἴτε… …   Dictionary of Greek

  • εντόπιος — α, ο και ντόπιος, α, ο (AM ἐντόπιος, ία, ον και ἐντόπιος, ον, Μ και ντόπιος, α, ο) 1. αυτός που γίνεται, παράγεται, κατασκευάζεται, χρησιμοποιείται σ έναν τόπο («ἔγωγε... αἰτιῶμαι τοὺς ἐντοπίους θεούς», Πλάτ.) 2. ως ουσ. ο εντόπιος αυτόχθονος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”